διασκοπῇ

διασκοπέω
look at in different ways
pres subj mp 2nd sg
διασκοπέω
look at in different ways
pres ind mp 2nd sg
διασκοπέω
look at in different ways
pres subj act 3rd sg
διασκοπέω
look at in different ways
pres subj mp 2nd sg
διασκοπέω
look at in different ways
pres ind mp 2nd sg
διασκοπέω
look at in different ways
pres subj act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επιφοίτηση — η (AM ἐπιφοίτησις) [επιφοιτώ] κάθοδος από ψηλά, από τον ουρανό, θεία έμπνευση, φώτιση (α. «επίφοίτηση τού Αγίου Πνεύματος» β. «ἐπιφοιτήσει τοῡ Θεοῡ», Ιώσ.) αρχ. μσν. μετάβαση σ’ έναν τόπο («ἐπί διασκοπῇ τῆς Ρωμαϊκῆς ἐπιφοιτήσεως», Θεοφύλ. Σ.) αρχ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.